Το παιδί που αγάπησα

Νομίζω πως είμαι χαμένος
το σώμα μου εσκεμμένα κολλημένο ψάχνει φύση
στα χείλια μου οι λέξεις κάπου σαν να τις έχω ακούσει
σαν να τις έχω, ξαναδέσει, ξαναλύσει.
Μόνο που δεν είμαι όπως παλιά, δεν κάνω όνειρα συχνά
κι αυτό είναι κάτι που ολάκερα με θλίβει
αντιθέτως, εύκολα ξεχνάω συχνά
ανθρώπους που με πλήγωσαν και έχουν ήδη φύγει μακριά.
Σπουδάζοντας έμαθα πράγματα πρακτικά
μα κανένα απ’ αυτά δεν μου προκάλεσε ρίγος
οι σκέψη μου πάντα σαν μελωδία σαν ήχος
μόνος μου έφτιαξα στίχους για να γκρεμίσω τους τοίχους.
Μουσική, ταινίες και βιβλία κατασπάραξα
το πνεύμα μου ν’ ανοίγω δεν σταμάταγα
μ’ ανθρώπους που σέβομαι βράδια συζητήσεις άδραξα
που όρθιο με σήκωναν όπου παραπάταγα.
Όλα φαινόντουσαν ξεκάθαρα
όλος ο χρόνος του κόσμου φαίνονταν δικός μου
όλο το μίσος πίσω μου τα’ άφηνα
όλοι μου οι δρόμοι κατάληγαν πάντοτε για το καλό μου.
Τον ελεύθερο μου χρόνο σ’ άλλους πρόσφερα
τίποτα δεν ζητούσα πίσω να μου γυρίσουν
τώρα τον πουλάω ακριβά και νιώθω άσχημα
μα όσοι αγοράζουν την αλήθεια θα τολμήσουν.
Κάποτε, πάντοτε χαμογέλαγα
σ’ ανθρώπους που δεν γνώριζα έλεγα καλή κουβέντα
το ένστικτο του κινδύνου ξεγέλαγα
δεν μέτραγα τις ώρες πριν σηκώσω την κουβέρτα.
Τώρα πια καχύποπτος, μεθυσμένος κι ανήθικος
μόνος μαραμένος σε μαύρη καρέκλα ανήμπορος
μέσα απ’ έναν βρόχο ατέρμων προσπαθώ να φύγω
μα στα αλήθεια, από τι προσπαθώ να ξεφύγω;


Τα πάντα ασυγχώρητα
έπαψα να δίνομαι σ’ απρόσκλητες αγάπες
δεν έχω μούσα πια γιατί κάηκε απροσδόκητα
και ποτέ της δεν αναδύθηκε από τις στάχτες.
Ήταν ο καιρός καυτός, με πάθος ωμό
το ζούσα στο έπακρο, μετέδιδα δράση
δεν με ένοιαζε τη μέρα ήταν πώς να σου το πω
τα θυμάμαι ώρα τούτα και τώρα τα κάνω χάζι.
Θυμάμαι, θυμάμαι ένα παιδί
που ήθελε με τον τρόπο του τον κόσμο ν’ αλλάξει
μα πώς να το κάνει αν τον εαυτό του δεν βρει
πρώτα, πως την θεωρία να την κάνει πράξη.
Τώρα νιώθω μόνος στο κρύο
με το όπλο μου δίπλα να περιμένει για δράση
ποιος θα περάσει, ποιος θα μας πειράξει, σε ποιον θα πω αντίο
ναι, νιώθω μόνος στο κρύο.
Στο τότε ηλιαχτίδες έλουζαν το πρόσωπό μου
έδινα και έπαιρνα, ντυνόμουνα, έφευγα
τριγυρνούσα μες στο άγνωστο, το έκανα δικό μου
πότε κέρδιζα ή έχανα μα πάντα πολέμαγα.
Στο τώρα έχω άμυνες
τις σηκώνω και δεν ξέρω το γιατί
ποιος θα μου πει πώς να τις διώξω τις άτιμες
πως αν τις ρίξω δεν θα νιώθω ντροπή.
Μια ζωή μες στον ρυθμό μα την καρδιά μου νιώθω άρρυθμη
τι να μου πουν τα λόγια σας κι αριθμοί
ξέρω πια πως είναι ζωή να έχεις άψυχη
και πως όμως να το παραδεχτείς να ‘χεις ψυχή, πρέπει.
Σε μια καινούρια μέρα ξύπνησα
και νιώθω ότι ο επίλογος είναι κενός
δεν είναι τύχη που μέχρι σήμερα δεν λύγισα
μα το ότι αγάπησα το παιδί είναι οιωνός.